otvećati ,
etiam:
indicare, loqui, resistere, respondere, dicere
clamare, convertere, credere, dicere, loqui, pronuntiare, respondere, responsum accipere
ἀποκρίνομαι, ἀποκρίνεσθαι
ἀποδιδόναι, ἀπόφασιν, ἀποκρίνεισθαι, ἀποκρίνω, ἀποκρίνομαι, δυδόναι [?], ἀπόφασιν
ἀποκρίνειν, ἀποκρίνεσθαι, (ἀπόκρισιν εἶναι ἐν στόματι τιμῶν), ὑπακούειν, ἀπόκρισιν ποιεῖν, (ἀναπαύεσθαι), ἐκδιηγεῖσθαι, εἰπεῖν, ὑπακούειν, ἐπιφωνεῖν, (πιστεύειν), ἀποφθέγγεσθαι, (συνιδεῖν), χρηματίζειν
Cf.