pl[t[sk[

pl[t[sk[ ,
etiam:

поут’ски, потаискь

carnalis, carnis, caro, carnaliter

σαρκός, τῆς σαρκός, τοῦ σωματος [?], σαρκικός, ἔνσαρκος, τῇ σαρκί (dat. sg.)

Cf.

S

VIDI PDF